Χρυσούλα
Σαατσόγλου-Παλιαδέλη

ΚΑΘΗΓΗΤΡΙΑ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ ΑΠΘ
ΕΥΡΩΒΟΥΛΕΥΤΗΣ ΠΑΣΟΚ
ΥΠΟΨΗΦΙΑ ΑΝΤΙΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΡΧΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Υποψήφια Αντιπεριφερειάρχης Θεσσαλονίκης

Α.Π.Θ. pasok.gr Home of S & D Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Την Κυριακή 11 Απριλίου 2010 στην Ιερά Συναγωγή των Μοναστηριωτών της Θεσσαλονίκης τελέσθηκε το ετήσιο μνημόσυνο για τα 50.000 θύματα του Ολοκαυτώματος. Η Ευρωβουλευτής Χρυσούλα Παλιαδέλη αποδέχθηκε την τιμητική πρόσκληση εκ μέρους της Ισραηλιτικής Κοινότητας της Θεσσαλονίκης να εκφωνήσει την κεντρική ομιλία στο πλαίσιο αυτής της εκδήλωσης που ήταν ιδιαίτερα φορτισμένη συγκινησιακά.

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΤΖΑΜΙΛΑΣ

«Όταν ο πατέρας της τυφλώθηκε, μετά το θάνατο του Γκάμπριελ, η Τζαμίλα, η μεγαλύτερη της οικογένειας, αναγκάστηκε να σταματήσει το σχολείο και να δουλέψει.
Η μητέρα δεν υπήρχε περίπτωση να βγει στη δουλειά.
Έτσι κι αλλιώς είχε να φροντίσει τα μικρότερα, αλλά και τους παππούδες που έμεναν μαζί τους, και βεβαίως δεν μιλούσε παρά μόνον τα σεφαραδίτικα.
Όπως και το μεγαλύτερο ποσοστό των Εβραίων της Θεσσαλονίκης εκείνα τα χρόνια. Τουλάχιστον εκείνων που έμεναν στο κέντρο και στα δυτικά της πόλης. Αντίθετα με όσους είχαν τα μεγάλα σπίτια στην ανατολική μεριά της.
Η Τζαμίλα, άξια και έξυπνη, δεν άργησε να μάθει τη δουλειά. Τα ελληνικά της, άλλωστε, ήταν πολύ καλά. Δύσκολα την ξεχώριζες από χριστιανή.
Εκεί, στο λιθογραφείο του Τσούκαρη, έκανε τις λιγοστές προπολεμικές φιλίες της.

Οι δικοί της δεν ήταν ιδιαίτερα θρήσκοι. Απλώς, ως μεγαλύτεροι, ήταν περισσότερο ψυλλιασμένοι και βεβαίως απολύτως ανήσυχοι με φιλίες αλλόθρησκες που θα μπορούσαν, ενδεχομένως, να διαταράξουν την τάξη των πραγμάτων: έναν καλό γάμο, αυτονόητα με ομόθρησκο, επιστροφή στις δουλειές του σπιτιού, παιδιά, φροντίδα για τους παππούδες και τις γιαγιάδες, σεβασμό στην οικογένεια και τις παραδόσεις της.
Σ’ αυτά τα ζητήματα ο πατέρας ήταν άτεγκτος.
Και η ίδια, δεν υπήρχε περίπτωση να φέρει σε δύσκολη θέση τους δικούς της, να ξεγραφεί από την οικογένεια απλώς για να πάει με ένα χριστιανό. Ούτε καν με τον Ηρακλή, ένα όμορφο παλικάρι, μάστορα στο ίδιο λιθογραφείο, που αν τα πράγματα εξελίσσονταν διαφορετικά, αν δηλαδή δεν μεσολαβούσε η κατοχή και τα στρατόπεδα, ούτε που θα της περνούσε από το μυαλό πως θα μπορούσε να κάνει οικογένεια μαζί του.

Στην προπολεμική Θεσσαλονίκη οι σχέσεις των δύο μεγαλύτερων κοινοτήτων της πόλης ήταν σε γενικές γραμμές ειρηνικές και παράλληλες. Σπάνια, οι επαφές, τουλάχιστον στη μεσαία και την εργατική τάξη, υπερέβαιναν τα όρια της οικονομικής συναλλαγής.

Τα πράγματα δεν φάνηκε να αλλάζουν για τους εβραίους της Θεσσαλονίκης, με την έναρξη του πολέμου. Ένας από τα ξαδέλφια της Τζαμίλας είχε πολεμήσει και είχε γυρίσει από το αλβανικό μέτωπο, όταν οι Γερμανοί μπήκαν στην πόλη.
Δεν ήταν ο μόνος Εβραίος Έλληνας πολίτης που μετείχε στον πόλεμο του ’40, ή αμέσως αργότερα στην αντίσταση εναντίον των Γερμανών. Υπολογίζεται ότι 12.898 Έλληνες Εβραίοι πολέμησαν στον ελληνικό στρατό.

Τον πρώτο χρόνο της γερμανικής κατοχής, από τον Απρίλιο του 1941, εβραίοι και χριστιανοί της Θεσσαλονίκης υπέφεραν το ίδιο και η Τζαμίλα συχνά ταξίδευε στην ύπαιθρο για να βρει στάρι ή καλαμπόκι για τους δικούς της.
Δεν είχαν κυκλοφορήσει ακόμη οι φήμες για διώξεις εβραίων και στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Πολωνία.
Πολύ λιγότερο για συστηματικό σχέδιο εξόντωσής τους.

Τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν με τα δύο γκέτο στα ανατολικά και τα δυτικά της πόλης, τους περιορισμούς στην είσοδο και την έξοδο απ’ αυτά και το κίτρινο άστρο στη μεριά της καρδιάς.
Οι περίπου 60.000 εβραίοι της Θεσσαλονίκης είχαν αποκτήσει πλέον διακριτικά.
Τα επόμενα ήταν απλώς θέμα χρόνου.

Στις 11 Ιουλίου του 1942 η συγκέντρωση στην πλατεία Ελευθερίας 9.000 ανδρών της εβραϊκής κοινότητας και ο έλεγχος στα αρχεία της ήταν, όπως αποδείχτηκε λίγους μήνες αργότερα, η αρχή του τέλους. Με την πρόφαση της καταγραφής τους για καταναγκαστική εργασία στην κατασκευή δρόμων και γεφυρών, οι Γερμανοί τους ταπείνωσαν και τους προπηλάκισαν.
Το σημερινό πάρκινγκ αυτοκινήτων στην ίδια πλατεία, ελάχιστα θυμίζει στους νεότερους ή τους επισκέπτες της πόλης τον τόπο του μαρτυρίου τους. Μόνον ένα γλυπτό που έγινε με δαπάνες της ισραηλιτικής κοινότητας επιτράπηκε από τον Δήμο της Θεσσαλονίκης να στηθεί στην άκρη της για να θυμίζει, σε όσους ήδη το γνωρίζουν, τη θέση από όπου άρχισε για τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης το Ολοκαύτωμα.

Στη Σαλονίκη, τη μητρόπολη των Βαλκανίων, στη δεύτερη Ιερουσαλήμ, τη μητέρα του Ισραήλ, έμπαινε σε εφαρμογή το σχέδιο της τελικής λύσης. Τα 2,5 δισεκατομμύρια δραχμές που συγκέντρωσαν για να εξαγοράσουν τη ζωή τους απλώς καθυστέρησαν κατά λίγους μήνες την μαζική τους εκτόπιση.
Η προσπάθεια του Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Γεννάδιου να παρεμποδίσει τον εκτοπισμό όσων από τους εβραίους της πόλης είχαν εκχριστιανιστεί ή διέθεταν πλαστά πιστοποιητικά βάπτισης και η επίσημη επιστολή διαμαρτυρίας που υπεγράφη στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 1943 από τον Αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό και 27 ηγετικά μέλη πολιτιστικών, ακαδημαϊκών και επαγγελματικών οργανώσεων δεν ανέστειλαν τον εκτοπισμό των Ελλήνων Εβραίων.

Τον Μάρτιο του 1943 η Τζαμίλα, ανάμεσα στο 96% των μελών της εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης, στοιβάχτηκε στα κλειστά βαγόνια του παλιού σιδηροδρομικού σταθμού, μαζί με την οικογένειά της, με τελικό προορισμό το Άουσβιτς - Μπιργκενάου.
Θα μπορούσε να μην φύγει. Να κρυφτεί σε κάποιο φιλικό χριστιανικό σπίτι, ή να ανέβει με τους αντάρτες στο βουνό.
Εκείνη το απέρριψε εξαρχής.
Ήταν δυνατό να αφήσει τους δικούς της.
Θα μπορούσε ενδεχομένως, αν το επεδίωκε, να είναι ανάμεσα στους 280 Εβραίους της Θεσσαλονίκης που διέφυγαν στην ιταλοκρατούμενη Αθήνα, χάρη στις ενέργειες του Γκουέλφο Ζαμπόνι, του Ιταλού Γενικού Προξένου που τους εφοδίασε, εν γνώσει της ιταλικής κυβέρνησης, με πλαστά πιστοποιητικά ιθαγένειας, και να αποφύγει έτσι τα τρένα του θανάτου.
Ακόμη κι αν το ήξερε, θα έπαιρνε την ίδια απόφαση.
Δεν μπορούσε να αφήσει τους δικούς της.
Ποιος θα τους φρόντιζε στο ταξίδι;
Ποιος θα τους βοηθούσε στην μετεγκατάσταση;
Ποιος θα τους προστάτευε από το άγνωστο;

Μάλλον είχε κάνει λάθος. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτε για κείνους.
Ήταν όλα σχεδιασμένα από πριν.
Ως φάσεις μιας μεγάλης βιομηχανικής επιχείρησης.

Είναι αλήθεια πως κανείς από την οικογένειά της δεν πέθανε στη διάρκεια του μεγάλου ταξιδιού.
Κατάφεραν μικροί και μεγάλοι να επιβιώσουν κάτω από ασφυκτικές συνθήκες, στριμωγμένοι ως ζώα, σε βαγόνια χωρίς παράθυρα, μέχρι τον τελικό προορισμό τους.
Στον σταθμό του Άουσβιτς έγινε ήδη η πρώτη διαλογή για τα κρεματόρια ή την καταναγκαστική εργασία.
Η Τζαμίλα έμεινε μόνη, να κοιτάζει τους γονείς και τα μικρότερα αδέλφια της να απομακρύνονται από κοντά της. Τη Λιλή, τη σχεδόν συνομήλικη αδελφή της, να χάνεται στο πλήθος, σε άλλη ομάδα.

Σε λεπτομέρειες από τη ζωή της στα στρατόπεδα άργησε πολύ να αναφερθεί.
Κι όταν το έκανε, μίλησε γι’ αυτές αποστασιοποιημένα, σχεδόν ψυχρά, λες και δεν ήταν εκείνη που είχε βιώσει το απόλυτο απάνθρωπο.
Όπως άλλωστε και όλοι όσοι επέζησαν από τη φρίκη του.
Απέφευγε να εξηγήσει τι ήταν εκείνος ο αριθμός στο αριστερό της χέρι.
Όταν τη ρωτούσαν έλεγε πως είναι ο αριθμός του τηλεφώνου της.
Τι να εξηγήσεις, για τέτοια πράγματα σε ανθρώπους που αγνοούν ότι έγιναν;
Από πού να πρωτοαρχίσεις την αφήγηση;

Απέφευγε να ανακαλέσει στη μνήμη της, ίσως για να μην τις ξαναβιώσει, σκηνές οικείες πλέον σε όλους μας χάρη σε πλήθος γραπτών και οπτικών ντοκουμέντων. Ιστορικών δεδομένων που δυστυχώς ακόμη και στις μέρες μας φαίνεται πως δεν είναι αρκετά, για να αποτρέψουν απόπειρες διεστραμμένης προσέγγισης, με στόχους να αλλοιωθεί η αλήθεια του Ολοκαυτώματος, να μειωθεί το μέγεθος του εγκλήματος, να δικαιολογηθούν τερατικές επιλογές ρατσιστικής έμπνευσης, να δοθεί συγχωροχάρτι σε μια γενιά ανθρώπινων όντων που υπερέβησαν τα όρια της ανθρώπινης φύσης τους, κάνοντας πράγματα που ξεπέρασαν στην εφαρμογή τους τις δυνατότητες ακόμη και της πιο νοσηρής φαντασίας.

Το καλοκαίρι του 1945 η Τζαμίλα ήταν ανάμεσα στους λιγότερο από 2.000 Εβραίους της Θεσσαλονίκης που επέστρεψαν από την κόλαση, για να βρουν τις περισσότερες από τις εξήντα συναγωγές τους κατεστραμμένες, τα σχολεία τους ερειπωμένα, τα σπίτια τους άδεια ή υπό κατάληψη.. Αρκετοί ανάμεσά τους μετανάστευσαν στο Ισραήλ και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Όσοι απέμειναν βάλθηκαν να ξαναφτιάξουν, όπως - όπως, τη ζωή τους, οι περισσότεροι εντός, αλλά και αρκετοί εκτός της εβραϊκής κοινότητας.
Για τους τελευταίους και την επιλογή τους δεν υπάρχει μια και μόνη εξήγηση.

Για τη Τζαμίλα που αποφάσισε να ζήσει με τον Ηρακλή, ίσως δεν ήταν μόνον η προπολεμική ανάμνηση. Όμως, ομολογουμένως, ήταν ίσως ο μόνος που τη στήριξε σ’ εκείνη τη δύσκολη επιστροφή της στη νέα πραγματικότητα. Γι’ αυτό δέχτηκε να μείνει μαζί του, με τιμή και δόξα, θυσιάζοντας για τη νομιμότητα το θρησκευτικό και πολιτιστικό παρελθόν της. Εκείνο, δηλαδή, το κομμάτι της ζωής της για το οποίο είχε βασανιστεί στα στρατόπεδα του θανάτου.

Η επιλογή είχε τις επιπτώσεις της.
Καταρχήν τον εσωτερικό διχασμό της.
Ήταν εβραία ή χριστιανή;
Το ερώτημα δεν αφορούσε την ίδια.
Εκείνη είχε αφήσει τέτοιες μεταφυσικές πολυτέλειες έξω από τους θαλάμους των αερίων: στα ρούχα και τα παπούτσια εκείνων που είχαν φύγει και έπρεπε σύμφωνα με τις διαταγές να επιλεγούν και να τακτοποιηθούν, όπως απαιτούσαν η γνωστή τάξη και οργάνωση που χαρακτήριζαν τους δημίους της.
Το ερώτημα αφορούσε τους άλλους.

Οι χριστιανοί δεν θεωρούσαν πως είχε πειστικά μεταστραφεί.
Ίσως επειδή κλαίγοντας ετοίμαζε τα αυγά και τα τσουρέκια τη Μεγάλη Πέμπτη που οι πρώην ομόφυλοί της σταύρωναν το Χριστό.

Οι εβραίοι πίστευαν το αντίθετο. Η εκχριστιανισθείσα δεν είχε λόγους να τριγυρνά γύρω τους, να επιζητά το Πουρίμ, να μετέχει στο ceder του Πέσσαχ, να πηγαίνει στη Λέσχη τους, να μιλάει Λαδίνο.
Δεν της το έδειχναν πάντα έμπρακτα.
Άλλωστε υπήρχαν και οι εξαιρέσεις.

Αναρωτιέμαι συχνά πώς άντεξε, ανάμεσα σ’ αυτές τις Συμπληγάδες, για περισσότερο από 60 χρόνια, αλλά χαίρομαι ότι κατάφερε να επιβιώσει αναπτύσσοντας μια στάση ζωής που δεν αρνείται τις ρίζες της, αλλά αναγνωρίζει την υπέρβαση ως μοναδικό εργαλείο για την ειρηνική κι απροκατάληπτη συνύπαρξη.
Τέτοια σαν εκείνη που ίσως γεύτηκαν, με όλες τις αντιθέσεις τους, οι κάτοικοι αυτής της πόλης προπολεμικά με τη ρεμπέτισσα Ρόζα Εσκενάζυ, τον σοσιαλιστή Μπεναρόγια, τον συνταγματάρχη Μορδοχάι Φριζή που σκοτώθηκε στο Καλπάκι, τον λοχαγό του ελληνικού στρατού Αλβέρτο Ερρέρα που επικεφαλής 300 Ελληνοεβραίων κρατουμένων στο Μπιργκενάου αφόπλισε τους Γερμανούς φρουρούς κι ανατίναξε το κρεματόριο, για να εκτελεστεί τραγουδώντας τον ελληνικό ύμνο, τον Αντιδήμαρχο Αλβέρτο Αρδίτη, εκδότη του σοσιαλιστικού περιοδικού Αβάντι, που εξοντώθηκε με την οικογένειά του σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, τους Εβραίους Θεσσαλονικείς Βουλευτές Δανιήλ Αλαλούφ, Αλβέρτο Κουριέλ, Ιωσήφ Μαλλάχ, Μεντές Μπεσαντζή, τον μεγάλο διανοητή Ιωσήφ Νεχαμά.
Ή τους μεταπολεμικούς Μωύς Σαλτιέλ, Μπαρούχ Σιμπή, Αλμπέρτο Νάρ και τη συμβολή τους στην καλλιτεχνική και πολιτιστική ζωή της πόλης.

Προσβλέπω σε μια δικαίωση όσων Θεσσαλονικιών Εβραίων χάθηκαν στα στρατόπεδα, με τους Ελληνοεβραίους της Θεσσαλονίκης να συμμετέχουν και πάλι ενεργά στην πολιτική, πολιτιστική και οικονομική ανάκαμψη αυτής της πόλης, αψηφώντας προκαταλήψεις και υπερβαίνοντας φόβους που κατάφερε να αντιμετωπίσει η Τζαμίλα και η ταλαιπωρημένη γενιά της».

Ολοκαύτωμα


Ministry of Web